Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Will work for food

Ο Γιαν σύρθηκε πάλι μέσα στην κούτα του. Σήμερα θα ήταν μία πολύ κρύα μέρα. Φαινόταν. Ο αέρας λυσσομανούσε και ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από μία ατέλειωτη σειρά από δυσοίωνα σύννεφα. Σκέφτηκε με λαιμαργία το μεσημεριανό συσσίτιο. Σίγουρα θα είχε πάλι κολοκυθόζουμο αλλά πεινούσε τόσο πολύ που ένιωθε από τώρα τη γεύση του καυτού υγρού στον ουρανίσκο του και το στόμα του γέμισε σάλια. Και ήταν ακόμα πρωί. 

Ξαναέβγαλε διστακτικά το κεφάλι έξω από το χαρτόκουτό του. Όλο το βρώμικο στενό έβριθε από ανθρώπινες παρουσίες και τα χάρτινα σπίτια τους. Ας είναι καλά ο δήμος που τους προμήθευε κάθε εβδομάδα με καινούργιες, σκέφτηκε ο Γιαν. Πλέον η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών της χώρας του διέθετε μόνο τέτοιες "ανακυκλώσιμες" κατοικίες. Η οικονομική κρίση είχε περάσει σαν αδηφάγο σμήνος από πεινασμένες ακρίδες κατασπαράσσοντας ανθρώπινες ζωές και περιουσίες.

Ξαναμπήκε αναστενάζοντας στην "οικία" του. Για μια ακόμα φορά θυμήθηκε τη ζωή του πριν την κρίση, τότε που το μέλλον του φαινόταν πολλά υποσχόμενο και η καθημερινότητά του αποτελούνταν από παροχές που τώρα πλέον προορίζονταν μόνο για το 1% του πληθυσμού, την ανώτερη κοινωνικοοικονομική τάξη. Κάποτε είχε το προνόμιο να εργάζεται σε μία σταθερή δουλειά, να μένει σε μία γκαρσονιέρα, να είναι ο περήφανος ιδιοκτήτης ενός μικρού αυτοκινήτου, να βγαίνει για ποτό με τους φίλους μία φορά την εβδομάδα, σε ιδιαίτερες περιστάσεις μπορεί και δύο. Ναι, η ζωή κάποτε ήταν πολύ όμορφη. Αλλά είχε περάσει τόσος χρόνος από τότε που συχνά αναρωτιόταν μήπως όλα αυτά ήταν ένα όνειρο, μία ψευδαίσθηση που την αναμασούσε προκειμένου να διατηρήσει τα λογικά του. Τα λογικά του που μέρα με την ημέρα έβλεπε σταδιακά να τον εγκαταλείπουν.

Ήχος βημάτων ακούστηκε απέξω. Το εξασκημένο πλέον στους ήχους του δρόμου αυτί του Γιαν κατάλαβε πως είναι ήχος από καλά παπούτσια που πατούσαν με σταθερότητα τη χιλιοφαγωμένη άσφαλτο, έναν από τους "χώρους φιλοξενίας" των εκατομύρια αστέγων της χώρας.

Τα βήματα σταμάτησαν ακριβώς απέξω από την κούτα του. Ο Γιαν άρχισε να τρέμει. Ποιος ήταν και τι να ήθελε; Δεν είχε ενοχλήσει κανέναν.  Το χαρτόκουτό και η γωνία που καταλάμβανε στο ανήλιαγο στενό που στοιβάζονταν αυτός και άλλα είκοσι άτομα, διέθετε επίσημη άδεια από τον δήμο και ήταν καταχωρημένα στους δημόσιους καταλόγους. Ήταν καθόλα νόμιμος!

"Γιαν, Γιαν Ηλιάδη!" , ακούστηκε μία μπάσα φωνή πάνω από το χάρτινο σπιτάκι του. "Είσαι εδώ;" Ο Γιαν έβγαλε το κεφάλι του έξω και σήκωσε διστακτικά και φοβισμένα σιγά σιγά το βλέμμα προς τα επάνω. Δεν ήθελε φασαρίες. Ήταν ένας φιλήσυχος πολίτης και πάντα σεβόταν τους νόμους. Μπροστά του στεκόταν ένας καλοντυμένος τύπος με ακριβό κουστούμι, μαύρα γυαλιά ηλίου και καπέλο. Ήταν ένας από τα "αφεντικά" . "Αφεντικά" οι άστεγοι αποκαλούσαν τους κουστουμαρισμένους ελάχιστους εργαζόμενους που είχαν απομείνει στη χώρα και οι οποίοι απολάμβαναν προνόμια όπως στέγαση, ηλεκτροδότηση, υδροδότηση, τηλέφωνο, ακόμα και πρόσβαση στο διαδίκτυο.

"Εγώ είμαι", απάντησε με τρεμάμενη φωνή. "Σε τι θα μπορούσα να σας βοηθήσω; Δεν έχω κάνει τίποτα εγώ. Είμαι νομοταγής πολίτης!".
"Μη φοβάσαι, Γιαν. Δεν ήρθα για κάτι κακό. Τουναντίον!" απάντησε με στόμφο ο περιποιημένος άντρας που επιπροσθέτως μύριζε και ακριβή κολώνια. "Ο δήμος μου έδωσε τα στοιχεία κάποιων φιλοξενούμενων στα προσωρινά αυτά καταλύματα που σας προσφέρονται". Έβγαλε τα γυαλιά και χαμήλωσε το βλέμμα επάνω στον Γιαν που τον κοιτούσε όλο δέος ο μισός ακόμα μέσα στο χαρτόκουτο. "Έχω κάτι σημαντικό να σου ανακοινώσω, Γιαν. Επιστρέφει στη χώρα η ανάπτυξη. Σημαντικές εταιρίες θεωρούν πως υπάρχουν μεγάλα περιθώρια για κέρδος και έρχονται εδώ για να ιδρύσουν παραρτήματα. Και αυτό σημαίνει νέες θέσεις εργασίας. Επιτέλους, βγαίνουμε από τα χρόνια της κρίσης!" Ο Γιαν ένιωσε να του κόβεται η ανάσα. Ήταν άραγε δυνατόν; Η οικονομία βρισκόταν σε διαδικασία ανάκαμψης επιτέλους; 

Το αφεντικό συνέχισε με δυνατή καθαρή φωνή κάνοντας ακόμα κάποια κεφάλια να προβάλουν από τα αυτοσχέδια σπίτια τους. "Γιαν Ηλιάδη, είσαι ένας από τους τυχερούς που επιλέγησαν για να στελεχώσουν το εργατικό δυναμικό που θα πρωτοστατήσει στη νέα αυτή ευκαιρία που μας παρουσιάζεται. Από τα κεντρικά του δήμου μου είπαν πως η προηγούμενή σου εργασία ήταν μηχανικός ηλεκτρονικών υπολογιστών. Και είναι ότι ακριβώς χρειαζόμαστε για τις νέες εγκαταστάσεις που θα αναμένεται να λειτουργήσουν εντός των επομένων μηνων. Η εταιρεία που εκπροσωπώ θα διαθέτει πληθώρα ηλεκτρονικών υπολογιστών και χρειαζόμαστε ανθρώπους που να μπορούν να παρακολουθούν τα υπολογιστικά μας συστήματα και να ελέγχουν τη σωστή λειτουργία τους".

Ο Γιαν είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Δεν μπορούσε να πιστέψει στην καλή του την τύχη. Σύρθηκε λίγο περισσότερο έξω από το χαρτόκουτο. Ένιωσε τη φωνή του να τρέμει καθώς ρωτούσε τον όρθιο καλοντυμένο άντρα: "Αλήθεια τα λέτε όλα αυτά; Μου φαίνεται πραγματικά απίστευτο!"

"Κι όμως, Γιαν" ανταπάντησε αμέσως το αφεντικό. "Πίστεψέ το. Η εταιρεία μου θα προσλάβει για αρχή πενήντα μηχανικούς. Είσαι ένας από τους τυχερούς που επελέγησαν. Θα εργάζεσαι σε υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις. Μετά το πέρας του δωδεκαώρου σου θα έχεις το δικό σου κρεβάτι σε έναν άνετο κοιτώνα των οκτώ ατόμων για να μπορείς να ξεκουραστείς. Φαντάσου πως κάθε όροφος διαθέτει και την δική του τουαλέτα! Η σύμβασή σας προβλέπει και σίτιση από την ίδια την εταιρεία! Μέχρι και ασύρματο ίντερνετ! Ανά δύο ορόφους θα έχετε ένα τερματικό για να μπορείτε να πλοηγείστε στον κόσμο του διαδικτύου κατά τη διάρκεια του ελεύθερού σας χρόνου. Και το καλύτερο είναι πως αν όλα πάνε καλά και η επιχείρηση αναπτυχθεί, όπως όλα δείχνουν, μετά από τρία χρόνια θα έχετε και μισθό! Όχι βέβαια στο ύψος που πέρνατε πριν την κρίση" , βιάστηκε να προσθέσει, "αλλά απόλυτα αξιοπρεπή με βάση τις σημερινές συνθήκες".

Ο Γιαν είχε βγει εντελώς τώρα από την κούτα και τόλμησε να σηκωθεί σιγά σιγά παραμένοντας όμως σκυφτός για να μην προσβάλει το "αφεντικό" με το να είναι στο ίδιο ύψος με αυτόν. "Τι χρειάζεται να κάνω εγώ;" ρώτησε ψιθυριστά μην τολμώντας ακόμα να πιστέψει αυτό το απίστευτο γύρισμα της τύχης. Ένιωθε πως ονειρευόταν και θα ξυπνούσε πάλι στον εφιάλτη του ανήλιαγου στενού και του μουλιασμένου του χαρτόκουτου.

"Τίποτα δε χρειάζεται. Πάρε ότι υπάρχοντα έχεις και πάμε να υπογράψεις στους καταλόγους του δήμου πως φεύγεις από εδώ και ξεκινάς σήμερα κιόλας εκπαίδευση στις εγκαταστάσεις της εταιρείας μας". Η φωνή του κομψού άντρα ήχησε σαν αγγελική μελωδία στα αυτιά του Γιαν. Μάζεψε τα λιγοστά του υπάρχοντα βιαστικά και ακολούθησε το "αφεντικό". Από τα γύρω χαρτόκουτα οι άλλοι "κάτοικοι" είχαν βγει όλοι και παρατηρούσαν σιωπηλοί την καλή τύχη του "συγκατοίκου" τους, οι περισσότεροι με μία έκφραση άφατης ζήλιας χαραγμένη στα χαρακτηριστικά τους.

-----Η ιστορία και οι πρωταγωνιστές ουδεμία σχέση έχουν με πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα. Ή μήπως όχι;-----


Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Ροδούλα, όπως λέμε τροφαντό ρόδο

Η Ροδούλα στάθηκε γυμνή μπροστά από τον ολόσωμο καθρέφτη της κρεβατοκάμαράς της και κοίταξε με περηφάνεια τις πτυχώσεις σάρκας που κάλυπταν ολόκληρο το σώμα της. Γύρισε την πλάτη και θαύμασε πάνω από τον ώμο της τα πληθωρικά της καπούλια έτσι όπως ταλαντεύονταν σα χαλαρό ζυμάρι σε κάθε υποψία κίνησης.

Η μητέρα της της έλεγε πάντα από μικρή ότι δεν πρέπει να αφήσει κανέναν πέρα από τον άντρα που σκοπεύει να παντρευτεί να γευτεί το δροσερό της λουλούδι και παρότι είχαμε φτάσει στο 2015 η Ροδούλα, σε αυτό τουλάχιστον είχε ακούσει τη μητέρα της. Ούτως ή άλλως είχε ανακαλύψει ήδη από τα 12 πως τα κορίτσια έχουν και άλλους τρόπους να μαγέψουν τα αγόρια. Δεν είχε σημασία που ήταν η πιο τσουπωτή από όλα τα άλλα κορίτσια στο πανάκριβο ιδιωτικό σχολείο που πήγαινε. Δεν την απασχολούσε καν που μερικά από αυτή την κορόιδευαν είτε φανερά, είτε πίσω από την πλάτη της. Της Ροδούλας της άρεσαν πολύ τα αγόρια και ήξερε με διάφορους τρόπους να τα ευχαριστεί. Οι τουαλέτες του σχολείου είχαν υπάρξει αρκετές φορές μάρτυρες των κατορθωμάτων της και πέρα από τα ξακουστά της καπούλια, το στόμα της και οι απίστευτες τεχνικές που χρησιμοποιούσε για να ευχαριστήσει τα αγόρια ήταν ονομαστά ανάμεσα στους συμμαθητές της.

Ναι, η ζωή ήταν ωραία για την Ροδούλα. Δεν την ένοιαζε καν που είχε χαμηλούς βαθμούς στο σχολείο. Ο πατέρας της της είχε πει πως ούτως ή άλλως θα την έστελνε μετά σε ένα ιδιωτικό κολλέγιο να πάρει ένα τυπικό πτυχίο έτσι ώστε να μπορέσει μία μέρα να αναλάβει την επιχείρησή του. Εταιρεία καθαριότητας είχε ο πατέρας της με την επωνυμία "Αστράφτω". Στην ουσία νοίκιαζε υπαλλήλους καθαρισμού σε επιχειρήσεις, δήμους, ακόμα και σε υπουργεία. Τα περιθώρια κέρδους τεράστια. Οι υπάλληλοι, κυρίως αλλοδαποί, πληρώνονταν λίγα και δηλώνονταν για πολλά περισσότερα. Της τα είχε πει ο πατέρας της από τον καιρό που πήγαινε ακόμα γυμνάσιο. "Έτσι, Ροδούλα μου, βγάζεις χρήματα τη σήμερον ημέρα. Τρώνε και αυτοί ένα κομμάτι ψωμί, βγάζουμε και εμείς τα κέρδη μας. Ευγνώμονες, θα έπρεπε να είναι που τους δίνουμε και αυτή την ευκαιρία". Η κρίση είχε στην ουσία αυξήσει τα περιθώρια κέρδους γιατί ο πατέρας της, σοφός όπως πάντα, είχε μειώσει τους μισθούς και άλλο στο προσωπικό αλλά δεν είχε μειώσει το κόστος ενοικίασης των υπαλλήλων. Και κάπως έτσι ο πρώην τσοπάνης πάνω σε μία έκλαμψη επιχειρηματικής ευφυίας (τη μοναδική ίσως στη ζωή του), είχε πουλήσει το τεράστιο κοπάδι του στο χωριό και είχε ανοίξει, λίγο πριν παντρευτεί τη μητέρα της, αυτή την επιχείρηση.

Τώρα έμεναν στη Κηφισιά, σε ένα παλαιό αρχοντικό που είχαν αγοράσει κοψοχρονιά από κάποιους ξεπεσμένους αριστοκράτες που το μόνο που τους είχε απομείνει ήταν αυτό. Αμόρφωτους νεόπλουτους, τους έλεγαν πίσω από την πλάτη τους οι παλαιότεροι Κηφισιώτες, αλλά τον πατέρα της δεν τον ένοιαζε. "Μπορεί να μην έχω μόρφωση" της έλεγε "αλλά έχω χρήματα. Και αυτό μετράει πλέον στην Ελλάδα. Άστους να λένε. "

Mε αυτές τις σκέψεις η Ροδούλα, γύρισε μπροστά για να θαυμάσει στον καθρέφτη το τροφαντό της στήθος.  Την τελευταία ημέρα του σχολείου αυτό στο στήθος είχε αποτελέσει σημείο μέγιστης ηδονής για τον πρόεδρο του δεκαπενταμελούς του σχολείου της, ένα από τα πιο δημοφιλή παιδιά. Η συμφωνία ήταν συμφωνία. Μπορούσαν να "παίξουν" μαζί όσο ήθελαν, μπορούσε να δοκιμάσει όλες της τις εσοχές, εκτός από το δροσερό της λουλούδι. Και έτσι ακριβώς έγινε αφήνοντας και τους δύο πλήρως ικανοποιημένους. Σε δύο μήνες τελείωνε από το ιδιωτικό λύκειο που πήγαινε τώρα και είχε ήδη εξασφαλισμένη μία θέση σε ένα από τα καλύτερα κολλέγια της Αθήνας, μια και ο πατέρας της φρόντισε εδώ και αρκετά χρόνια να είναι ένας από τους πιο "γερούς" του χορηγούς.

Η Ροδούλα έκανε μία τελευταία στροφή γύρω από τον εαυτό της, θαυμάζοντας τις δίπλες και τις τρίπλες που κάλυπταν το σώμα της. Υπήρχαν δύο πράγματα στον κόσμο που αγαπούσε πολύ: Να παίζει με τα αγόρια παιχνίδια σαν το προχθεσινό και να τρώει. Την περασμένη εβδομάδα έκανε τρομερή υπομονή γιατί ήταν μεγαλοβδομάδα και η μητέρα της την είχε μάθει να νηστεύει. Ήταν πολύ δύσκολο για τη Ροδούλα να νηστεύει. Έτρωγε κρέας και γλυκά καθημερινά υπό κανονικές συνθήκες και τώρα που είχε φτάσει επιτέλους η ώρα να φάει το πολυπόθητο αρνάκι στο κυριακάτικο πασχαλινό τραπέζι, της έτρεχαν κυριολεκτικά τα σάλια. Ήθελε όμως να μην αμαρτάνει και η μητέρα της (μία κυρία εξίσου τροφαντή και ευφυής σαν την κόρη της) την είχε διδάξει πως η νηστεία την εβδομάδα αυτή "ξεπλένει" όλες τις αμαρτίες. Και η Ροδούλα το είχε ανάγκη αυτό. Κάθε χρόνο αυτές τις ημέρες "καθάριζε" από όλα τα κρυφά ηδονικά παιχνιδάκια που έπαιζε με τα αγόρια του σχολείου της. Τώρα ήταν έτοιμη να κατέβει. Ντύθηκε βιαστικά φορώντας ένα φόρεμα που τόνιζε τις υπερπλούσιες καμπύλες της και ιδίως αυτή του στήθους και κατέφθασε στην τραπεζαρία με τεράστια όρεξη.  

Πέντε λεπτά αργότερα το πιάτο της ήταν φορτωμένο μέχρι επάνω με αρνί και πατάτες. Ταυτοχρόνως είχε γεμίσει ένα μεγάλο ποτήρι με κόκα κόλα και έτρωγε με τεράστιες πιρουνιές. "Σιγά, παιδί μου. Κάνεις σα να έχεις να φας δέκα χρόνια" της έκανε την παρατήρηση η ευμεγέθης μητέρα της από την άλλη άκρη του τραπεζιού  η οποία εκείνη τη στιγμή γέμιζε το δεύτερό της πιάτο. "Άσε το κορίτσι να φάει. Είναι υγεία." ανταπάντησε ο πατέρας της από την άλλη μεριά του τραπεζιού αφήνοντας και ένα τεράστιο ρέψιμο. "Ευχαριστώ, καλέ μπαμπά" χαμογέλασε η ευτραφής έφηβη με γεμάτο στόμα αφήνοντας να φανεί το μισοαλεσμένο περιεχόμενό του. Έκανε να καταπιεί τη μπουκιά της και συνειδητοποίησε ότι κάτι δεν πήγαινε πολύ καλά. Ένιωθε σαν κάτι να της είχε καθίσει στο λαιμό. Ήπιε βιαστικά κάμποση κόκα κόλα αλλά τα πράγματα έγιναν χειρότερα. Είχε αρχίσει να νιώθει τρομερή δυσφορία και δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Πλεόν αισθανόταν ασφυκτικά. Έπιασε τον λαιμό της με το δεξί της χέρι και σηκώθηκε απότομα από το τραπέζι ρίχνοντας το πιάτο της στο δάπεδο. "Το παιδί, το παιδί!" ήταν οι τελευταίες φωνές της μητέρας της που άκουσε ενώ ένιωσε να σβήνουν όλα γύρω της.

Το ασθενοφόρο έφτασε μισή ώρα μετά. Ήταν ήδη πολύ αργά. Η Ροδούλα ήταν ήδη νεκρή. Η μητέρα της έκλαιγε γοερά πάνω από το ακίνητο της σώμα το οποίο ήταν απλωμένο σε μία επιφάνεια που άνετα μπορούσαν να καλύψουν τρία κορίτσια της ηλικίας και του ύψους της. Ο πατέρας της σφούγγιζε τα δάκρυά του κατασπαράσσοντας το τελευταίο κοψίδι. Ο θάνατος της μοναχοκόρης του δεν  είχε επιβραδύνει ούτε στο ελάχιστο το πασχαλινό του φαγοπότι.

Το μοιραίο είχε προέλθει από ένα τεράστιο κόκκαλο που είχε σφηνωθεί στον οισοφάγο της κοπέλας και είχε φράξει κάθει δυνατή δίοδο για αέρα. Πολλοί ήταν αυτοί που αναρωτήθηκαν πως μπόρεσε να καταπιεί τόσο μεγάλο κόκκαλο αλλά αυτοί οι άσχετοι δεν ήξεραν πόσο εξασκημένος ήταν αυτός ο οισοφάγος και τι μεγέθη είχε μάθει να δέχεται. Το γνώριζαν όμως καλά οι άρρενες συμμαθητές της που αντιλήφθηκαν στο πετσί τους την τεράστια απώλεια και κενό που αφηνε πίσω της ο χαμός της Ροδούλας. Για αυτό και κατέκλυσαν την κηδεία της  η οποία έγινε δύο μέρες μετά. Από τα κορίτσια του σχολείου της δεν ήρθε καμία. Πιθανότατα για προφανείς λόγους ταπεινού γυναικείου ανταγωνισμού.


Και κάπως έτσι χάθηκε από προσώπου γης η Ροδούλα. Μία πασχαλινή Κυριακή, με ανοιξιάτικο καιρό, κοψίδια, ποιοτική μουσική από τα ηχεία (από Ρίτα Σακελλαρίου μέχρι Ιτιά Ιτιά) και μπόλικη σόδα μετά. Καλό Πάσχα. 



-----Η ιστορία και οι πρωταγωνιστές ουδεμία σχέση έχουν με πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα. Ή μήπως όχι;-----

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015

Ο άντρας ο ολιστικός

Σε απάντηση μίας αγγελίας προς εύρεση συντακτών σε ιστοσελίδα μπουζουκοκαψουροτράγουδης, καρδιοραγισμένης και βαρυκλαίουσας ψυχοκοινωνικοσυναισθηματικής αυτοαναφορικότητας, που ζητούσαν δείγμα γραφής, έγραψα, με μία ανάλαφη διάθεση, αυτό εδώ το βαθύτατης ανάλυσης άρθρο. Η συνεργασία δεν ευόδωσε, διότι ζητούσαν συνδρομή για να εργάζεσαι για αυτούς, (και κάποτε τα λέγαμε αυτά για αστεία) αλλά μου έμεινε το άρθρο. Προτού λοιπόν βραβευτεί και αναγνωριστεί παγκοσμίως αποφάσισα να το ποστάρω στο blog μου. Ιδού λοιπόν το απαύγασμα τόσων ετών εμπειριών:


Από όλες τις κατηγορίες  ανδρών που κυκλοφορούν στο ανθρώπινο ζωικό βασίλειο κάποιες είναι κατιτίς παραπάνω τοξικές για τις γυναίκες που ψάχνουν έναν σύντροφο, ενίοτε ακόμα και για αυτές που ψάχνονται για ένα one night stand. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές είναι αυτή του ολιστικού άντρα . Ολιστικού όχι βέβαια από την άποψη της μίας ολιστικής φιλοσοφίας ζωής ("Όλοι είμαστε ένα", "Το σύμπαν περιέχει εμάς και εμείς εμπεριέχουμε το σύμπαν") αλλά από μία ολιστική αντιμετώπιση των γυναικών, τουτέστιν: "Όλες είναι καλές και δεν κακοκαρδίζουμε καμία αρχικά μέχρι να τις κακοκαρδίσουμε όλες στο τέλος".

Όπως κάθε, χρήζουσα άμεσα ψυχολογικής υποστήριξης, κατηγορία ο ολιστικός άντρας επιμερίζεται σε δύο κυρίως υποκατηγορίες εξίσου μή παραγωγικές προς τη συναναστροφή τους με τις γυναίκες. Η πρώτη και θεωρητικά πιο light σε συμπτώματα είναι αυτή του Homo Platonicus με συμπεριφορά εξαιρετικά ομοιάζουσα με αυτή της πεταλούδας. Αν μπορούσατε να παρεισφρύσετε στις πιο μύχιες σκέψεις του θα ανακαλύπτατε την καλά καμουφλαρισμένη πεποίθηση του ότι κάποτε υπήρξε κάμπια από την οπτική πως  τα διάφορα θηλυκά που έπεφταν στο διάβα του τον θεωρούσαν ασήμαντο και τον ποδοπατούσαν. Μην περιμένετε όμως να σας το εκμυστηρευτεί ποτέ αυτό. Θα σήμαινε ότι υπάρχει ένα ράγισμα στην πανοπλία του και ο Homo Platonicus δεν θα επέτρεπε ποτέ μα ποτέ κάτι τέτοιο.

Τα χρόνια της κάμπιας έχουν λοιπόν περάσει ανεπιστρεπτί για τον Platonicus ή έτσι  νομίζει γιατί η στάση ζωής του το ακριβώς αντίθετο αποδεικνύει. Βγήκε από το κουκούλι του, πετά σαν ελεύθερη πολύχρωμη πεταλούδα και ξέρει πλέον, κατά τη γνώμη του, με διάφορες τεχνικές να τραβάει την προσοχή των απανταχού θηλυκών. Ο άντρας αυτής της υποκατηγορίας γνωρίζει πως να ραίνει με κοπλιμέντα το εκάστοτε θύμα του, δείχνει μία έντονη προσοχή στην γυναίκα που έχει επιλέξει να κορτάρει την ανάλογη στιγμή και γενικά το κάθε αντικείμενο του πόθου του νιώθει πως έχει την αμέριστη φροντίδα και στοργή του. Θα σε συνοδεύσει στο αυτοκίνητο, θα σου ανοίξει την πόρτα του μαγαζιού που θα πάτε, θα σου στείλει μεταμεσονύχτια μηνύματα γεμάτα υπονοούμενα. Και μετά όλα αυτά τα χαριτωμένα πλατωνικά ξαφνικά θα σταματήσουν. Βλέπεις, η δράση του στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι αντίστοιχη με αυτή του καληνυχτάκια/καλησπεράκια και σπανίως προχωρά στο επόμενο επίπεδο.

Ο Platonicus πετά πάνω από όλα τα λουλούδια αλλά δεν αλληλεπιδρά ιδιαίτερα με κανένα. Τον ενδιαφέρει το παιχνίδι και παίζει ταυτοχρόνως με πολλές αλλά σχεδόν ποτέ δεν περνά από τη θεωρία στην πράξη. Είναι ο τριτοδεσμίτης του έρωτα. Θεωρεί ότι είναι γόης και οφείλει να μοιράζει τη γοητεία του σε όλες αλλά καμία δε χρήζει της περαιτέρω προσοχής του. Εκτός βέβαια από τις αιθέριες υπάρξεις εκπάγλου καλλονής. Ναι, μιλάω για αυτές με το 1.80 ύψος, τις ιδανικές αναλογίες, την τέλεια οδοντοστοιχία, τα αψεγάδιαστα χαρακτηριστικά και το αμφιβόλου ποιότητας μυαλό. Γιατί, ξέχασα να σας πω. Για τον άνδρα αυτής της υποκατηγορίας το ιδανικό ταίρι κρίνεται μόνο από την εμφάνιση. Δεδομένου όμως ότι στο 99.9% των περιπτώσεων ο Platonicus είναι μετρίας εμφάνισης και μία γενική μετριότητα σε όλα, εδώ που τα λέμε, η χυλόπιτα είναι σχεδόν εγγυημένη από τα top model που λαχταρά προκειμένου να νιώσει πως αξίζει και αυτός κάτι. Και κάπως έτσι ο Platonicus εκπληρώνει την βαθειά καταχωνιασμένη πεποίθησή του ότι παραμένει κάμπιας και οι αιθέριες υπάρξεις συνεχίζουν αγέρωχες το δρόμο τους.

Η δεύτερη υποκατηγορία του ολιστικού αρσενικού, και η πιο επικίνδυνη για τις ανυποψίαστες,  είναι ο Homo Go all the way. Όπως ακριβώς και ο Platonicus φλερτάρει με όλες. Κοντές, ψηλές, αδύνατες, χοντρές, όλες καλές και με όλες προσπαθεί να δημιουργήσει διασυνδέσεις. Το θέμα με τον Go all the way είναι ότι δεν ενδιαφέρεται απλά να κάνει κόρτε. Έχει ιδιαίτερη εμπειρία από το γυναικείο φύλο και αν καθίσεις να ξεψαχνίσεις το παρελθόν του θα ανακαλύψεις πως είναι ιδιαιτέρως αμαρτωλό με κάθε είδους εμπειρίες. Ο σκοπός του Go all the way είναι απλός και καθαρός. Τον ενδιαφέρει να περάσει στο επόμενο καθαρά σωματικό επίπεδο και οποιοδήποτε είδους κόρτε είναι απλά ο προθάλαμος, το ορεκτικό πριν το κυρίως πιάτο. Θα σε ψήνει με διάφορους τρόπους. Με το βλέμμα, την αμέριστη προσοχή του, το εξαιρετικό του ταλέντο στο μπλα μπλά. Θα χαμαιλεοντίσει έτσι ώστε να ταιριάξει στα γούστα της καθεμιάς. Θα νομίσεις πως είναι ξεκάθαρο ότι ενδιαφέρεται για εσένα. Μα πως όχι; Αφού έχετε τόσα κοινά. Σας αρέσει η ίδια μουσική, έχετε επισκεφθεί και οι δύο από πέντε φορές το μουσείο της Ακρόπολης, βλέπατε και οι δύο τη "Μαρία την άσχημη". Και έτσι ένα ωραίο βράδυ το θύμα θα υποκύψει στις αδηφάγες σεξουαλικές ορέξεις του Go all the way με την πεποίθηση πως βρήκε επιτέλους τον άντρα των ονείρων της. Από εκεί όμως και έπειτα τα πράγματα αλλάζουν άρδην με ταχύτητα φωτός. Πήρε αυτό που ήθελε, θα σας πει ότι στο κάτω κάτω δε σας υποσχέθηκε και τίποτα (που είναι αλήθεια γιατί τα λεγόμενα του ποτέ δεν είναι ξεκάθαρα αλλά έχουν τη σαφήνεια προφητειών της Πυθίας) και το πλοίο έχει ήδη σαλπάρει προς άλλο λιμάνι. Στην καλύτερη των περιπτώσεων να σας διατηρήσει για ένα διάστημα ως fuck buddy ενώ εσείς προσδοκάτε την μεταστροφή του σε αυτό που ήταν μέχρι "το πρώτο εκείνο βράδυ". Η οποία μεταστροφή όμως δεν πρόκειται να έρθει ποτέ.

Κοινό χαρακτηριστικό με τον Platonicus είναι πως και ο Go all the way θεωρεί πως μόνο η καλύτερη του αξίζει για κάτι πιο μόνιμο αλλά αυτός (γιατί επιφανειακά έχει και τεράστια ιδέα για τον εαυτό του) ζητάει όλο το πακέτο. Εμφάνιση top model και μυαλό ακαδημαϊκού, δύο σε ένα. Μόνο αυτό είναι αντάξιο της τεράστιας προσωπικότητάς του, όλες οι άλλες δύσμοιρες απλά είναι ευχάριστά διαλείμματα στο κρεβάτι του. Δυστυχώς όμως για αυτόν, ακόμα και αν κατορθώσει να φλομώσει στο ψέμα το "πακέτο" (γιατί έτσι λειτουργεί συνήθως αυτός ο τύπος άντρα) και να το κερδίσει, ο πραγματικός του εαυτός δεν μπορεί να μείνει για πολύ καιρό κρυφός κάτω από την κάλυψη του χαμαιλέοντα. Επομένως δύο τινά θα συμβούν τότε: Ή το θύμα θα φύγει τρέχοντας όταν αντιληφθεί που πηγε η δύσμοιρη και έμπλεξε ή όντας θύμα εκ πεποιθήσεως θα παραμείνει με φρούδες ελπίδες και ο Go all the way θα την σουτάρει περνώντας στην επόμενη θηλυκή πρόκληση.

Δυστυχώς ή ευτυχώς πάντα ένας ολιστικός τουλάχιστον θα εμφανιστεί στο διάβα μας. Δυστυχώς γιατί συνήθως την πρώτη φορά σχεδόν πάντα την πατάμε. Ευτυχώς γιατί κατόπιν έχουμε πάθει και έχουμε μάθει. Στο επόμενο λοιπόν συναπάντημά σου με έναν τέτοιο άντρα πες απλά "Καλημέρα, καλησπέρα και αντίο". Οτιδήποτε άλλο είναι χάσιμο χρόνου. Ακόμα και αν είσαι top model.


-----Οι προαναφερθέντες τύποι ανδρών έχουν όλες τις δυνατές σχέσεις που μπορούν να υπάρξουν με πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα. Ή μήπως όχι;-----

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Χριστουγεννιάτικη ιστορία

Ήταν η καλύτερη εποχή, ήταν η χειρότερη εποχή. Όχι, μισό λεπτό. Αυτό θα ήταν παράφραση/παρωδία άλλης ιστορίας του Ντίκενς. Ήταν η χειρότερη εποχή.- Και πως θα μπορούσε να μην είναι; Ήταν βράδυ παραμονής Χριστουγέννων και η Καλλιπάτειρα βρισκόταν στην Αθήνα. Το τραγικό βέβαια δεν ήταν το ότι βρισκόταν στην Αθήνα αλλά το ότι ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Καθισμένη μπροστά από τον υπολογιστή της έγραφε τις τελευταίες γραμμές μίας παρωδίας της Χριστουγεννιάτικης ιστορίας προτού πέσει για ύπνο και αφήσει οριστικά και αμετάκλητα πίσω της αυτή τη φριχτή ημέρα. Αποθήκευσε το έγγραφο και αναστενάζοντας κοίταξε την ώρα στην οθόνη του υπολογιστή. Είχε έρθει η στιγμή επιτέλους για την λυτρωτική ανάπαυση στο κρεβάτι της. Χαμογέλασε καθώς σκέφτηκε πως φέτος την είχε γλιτώσει από τα πρωινά κάλαντα μια και το διαμέρισμά της είχε ανεξάρτητη κρυφή είσοδο που απαιτούσε ιδιαίτερες ικανότητες για να την ανακαλύψει κανείς. Δε θα άντεχε πάλι τις τσιριχτές φωνές και τα εκνευριστικά τριγωνάκια που εμφανίζονταν κάθε τέτοια μέρα το πρωί στο κατώφλι της. Ειλικρινά, αν χρειαζόταν ξανά να ανοίξει την πόρτα της θα το έκανε μόνο και μόνο για να ψεκάσει τα μικρά "ζωύφια" με αυτό ακριβώς που τους ταίριαζε: Εντομοκτόνο!

Κυριακή 18 Μαΐου 2014

Μια βραδιά στη λυρική

Η 37χρονη κοκκινομάλλα ακούμπησε μουδιασμένη στο κιγκλίδωμα που οριοθετούσε την περίμετρο του έφιππου ανδριάντα του Κολοκοτρώνη στην πλατεία της παλιάς βουλής. Δεν κατάλαβε γιατί αποφάσισε να σταματήσει εκεί. Τις τελευταίες ώρες περιφερόταν άσκοπα στους δρόμους του κέντρου. Άσκοπα όσο άσκοπη ένιωθε και την ύπαρξή της. Σήμερα είχε απολυθεί από την εργασία της ενώ ήδη της οφείλονταν μισθοί 6 μηνών. Τελικά το σύμπαν ποτέ δε συνωμοτούσε.
 «Είμαι 37 χρονών.» σκέφτηκε «37 και τι έχω καταφέρει στη ζωή μου; Να μην έχω τίποτα σταθερό παρά μόνο ένα σταθερά αρνητικό ισοζύγιο στα οικονομικά μου. Όσο για προσωπική ζωή ας μην το συζητώ καν. Αχ σύμπαν!» στέναξε.
Ένας μεγάλος μαύρος σκύλος που καθόταν αραγμένος λίγα μέτρα πιο δίπλα της, σήκωσε αργά το κεφάλι του και έμεινε να την παρατηρεί με προσοχή αλλά εκείνη βυθισμένη στην απόλυτη μιζέρια της δεν τον πρόσεξε καν.
Ξαφνικά το στομάχι της γουργούρισε και θυμήθηκε πως ήταν νηστική από το πρωί. «Η αυτοκτονία αναβάλλεται» μονολόγησε «μέχρι να ικανοποιηθούν οι φυσικές ανάγκες της πυραμίδας του Maslow.» Έβγαλε μία σοκολάτα από την τσάντα της, την ξετύλιξε και ετοιμαζόταν να τη δαγκώσει όταν εντελώς απρόσμενα ο μαύρος σκύλος σήκωθηκε, έτρεξε γρήγορα προς το μέρος της και με το μπροστινό του πόδι της έριξε τη σοκολάτα από το χέρι. Η κοπέλα τον κοίταξε περίλυπη.
«Λυπήσου με, σκύλε!  Αυτή η σοκολάτα ήταν η ύστατή μου παρηγοριά. Μου την στέρησες και τώρα φεύγω!» Και με αυτά τα λόγια ξεκίνησε φουριόζα να βαδίζει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν είχε όμως κάνει παραπάνω από δύο μέτρα όταν άκουσε από πίσω της κάποιον να της μιλά με μπάσα φωνή: «Γιατί φεύγετε τόσο βιαστικά, Καλλιπάτειρα; Η σημερινή ημέρα δεν έχει ακόμα τελειώσει. Και σταματήστε να αναζητάτε παρηγοριά σε σοκολάτες. Παχαίνουν.»
Κοκκάλωσε και γύρισε να κοιτάξει ποιος της είχε μιλήσει με αυτόν τον τρόπο. Ο μόνος όμως που είδε ήταν ο σκύλος που καθόταν ακίνητος και την κοιτούσε με προσήλωση.
«Ποιος μίλησε;» ρώτησε κοιτάζοντας με αγωνία τριγύρω. «Δε με λένε Καλλιπάτειρα.» Ο σκύλος την πλησίαζε αργά και όταν έφτασε σε απόσταση μισού μέτρου τον είδε έντρομη να ανοίγει το στόμα του και να της απαντά.
«Δε σε λένε αλλά πάντα ήθελες να σε λένε έτσι. Από μικρή θαύμαζες  την Καλλιπάτειρα, την γυναίκα που παραβίασε τους κανόνες των αρχαίων ολυμπιακών αγώνων και μεταμφιέστηκε σε άντρα για να τους παρακολουθήσει. Ε, λοιπόν σήμερα έχεις κι εσύ τη δυνατότητα να παραστρατήσεις από την πεπατημένη και να κάνεις κάτι ανάλογο». 
Η κοκκινομάλλα κοπέλα κοίταξε άναυδη τον σκύλο.
«Μάλλον τα γεγονότα της ημέρας ήταν υπερβολικά έντονα για να τα αντέξω. Αν άρχισαν ήδη οι παραισθήσεις αναρωτιέμαι τι θα επακολουθήσει μετά.»
«Δεν έχετε παραισθήσεις, φίλτατη.» συνέχισε ο σκύλος πάλι σε πληθυντικό ευγενείας. «Είμαι εξίσου πραγματικός με εσάς. Και όχι, δεν είμαι ο διάβολος.» είπε σα να διάβαζε τη σκέψη της. «Γιατί κάθε μαύρος σκύλος που μιλά πρέπει με το ζόρι να είναι ο διάβολος;» ρουθούνισε ενοχλημένος.
«Ποιος είσαι λοιπόν αν όχι μία παραίσθηση που είναι και ένα από τα πρώτα συμπτώματα της σχιζοφρένειας;»
«Το μυαλό σου είναι μία χαρά εδραιωμένο στην πραγματικότητα, μην ανησυχείς. Υπερβολικά εδραιωμένο, θα έλεγα, αλλά θα το διορθώσουμε » συνέχισε ο σκύλος πάλι στον ενικό. «Με λένε Σωτήρη και είμαι απλά ένας σκύλος που τυγχάνει να έχω ορισμένα ιδιαίτερα ταλέντα. Σήμερα θα είμαι ο συνοδός σου σε μία από αυτές τις εκδηλώσεις που ήθελες καιρό να πας αλλά θεωρούσες ότι δεν μπορείς γιατί, όπως συχνά επαναλαμβάνεις στον εαυτό σου, είσαι μία 37χρονη άφραγκη αποτυχημένη γυναίκα. Και για μην μείνεις με την απορία να σου πω ότι ένα από τα ιδιαίτερα ταλέντα μου είναι να διαβάζω τη σκέψη.»
«Εεεεε...» Η Καλλιπάτειρα είχε μείνει κυριολεκτικά με το στόμα ανοιχτό.
«Τα λόγια είναι περιττά ούτως ή άλλως» τη δικαιολόγησε ο Σωτήρης ευγενικά. «Ας οργανωθούμε όμως διότι σε δέκα λεπτά ξεκινά.» τόνισε κοιτάζοντας το ρολόι που φορούσε η κοπέλα στο χέρι της. «Χρειαζόμαστε έναν στιβαρό συνοδό και έχω ακριβώς τον κατάλληλο» είπε και με αυτά τα λόγια γύρισε και κοίταξε τον ανδριάντα του Κολοκοτρώνη. 
«Οπλαρχηγέ, θα μας κάνετε την τιμή;» ρώτησε με δυνατή φωνή.
Μια στιγμή μετά που η νεαρή γυναίκα νόμιζε πως διήρκεσε αιώνες, είδε αποσβολωμένη το άγαλμα σιγά σιγά να κινείται σα να γύριζε στη ζωή.
Ο αναβάτης γύρισε αργά το κεφάλι του και τους κοίταξε κάνοντας έναν ανατριχιαστικό ήχο σκουριασμένου μετάλλου. Έπειτα κατέβασε το μονίμως σηκωμένο του δεξί χέρι που λεγόταν ότι δείχνει προς την Πόλη και έπιασε και με τα δύο χέρια τα γκέμια. Την ίδια στιγμή το άλογο φάνηκε και αυτό να ζωντανεύει  και κάνοντας ένα μεγάλο άλμα προσγειώθηκε μαζί με τον αναβάτη του μπροστά τους με έναν εκκωφαντικό θόρυβο που συνοδεύτηκε από μία μικρή δόνηση. Ο ορειχάλκινος οπλαρχηγός άπλωσε το χέρι του στην κοπέλα και αυτή με ένα μικρό πήδημα ανέβηκε επάνω στο άλογο.
«Ας ξεκινήσουμε. Δε θα προλάβουμε.» φώναξε ο σκύλος και κατευθύνθηκε γρήγορα προς το δρόμο με σκοπό να περάσουν απέναντι.
«Που πηγαίνουμε;» κατάφερε να ψελλίσει  η Καλλιπάτειρα ενώ αναρωτιόταν πότε ακριβώς θα ξυπνήσει από αυτό το όνειρο..
«Θα δεις σε λίγα λεπτά» απάντησε ο Σωτήρης. Η ιδιόμορφη συντροφιά ξεκίνησε με γρήγορο ρυθμό  δημιουργώντας πανικό σε πεζούς και αυτοκίνητα. Η εικόνα του έφιππου ανδριάντα να διασχίζει τη Σταδίου μαζί με μία κοκκινομάλλα ήταν τουλάχιστον ασυνήθιστο. Από παντού η Καλλιπάτειρα άκουγε ουρλιαχτά, φωνές και κορναρίσματα. Μέσα σε όλο αυτό το χάος όμως αυτοί συνέχιζαν ανεμπόδιστοι την  πορεία τους μέχρι που κάποια στιγμή κατάλαβε ότι σταμάτησαν και συνειδητοποίησε πως βρίσκονταν μπροστά από το κτίριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
«Αργήσαμε! Τραγικό! Έχει ήδη ξεκινήσει! Δεσποινίς» φώναξε ο Σωτήρης στην τρομοκρατημένη ταμία πίσω από τον γκισέ που είχε ανοίξει διάπλατα το στόμα της και προσπαθούσε ματαίως να αρθρώσει κάτι «δε σας πειράζει να μπούμε, ε; Όχι, ήμουν σίγουρος.»
«Μα τι κάνουμε εδώ;» ρώτησε σοκαρισμένη η Καλλιπάτειρα.
«Δεν είναι προφανές; Ήρθαμε να δούμε την τελευταία παράσταση του Μάκμπεθ που ήθελες εδώ και καιρό να δεις αλλά θεωρούσες πως δεν μπορείς. Ιδού λοιπόν η ευκαιρία σου και μάλιστα  με εκλεκτή συνοδεία, ε οπλαρχηγέ;» ρώτησε τον Κολοκοτρώνη.
Ο οπλαρχηγός έστρεψε αργά το κεφάλι του για να τον κοιτάξει και μετά έγνεψε καταφατικά.
«Εμπρός τότε, μπαίνουμε.» δήλωσε ο Σωτήρης και τρέχοντας έφτασε μπροστά στην είσοδο η οποία προς μεγάλη έκπληξη της κοπέλας άνοιξε μόνη της διάπλατα. Ο σκύλος προχώρησε μέσα στην αίθουσα και το άγαλμα με την αναβάτισσα ακολουθησε από πίσω. Η πρώτη πράξη μόλις είχε ήδη ξεκινήσει και η αίθουσα ήταν κατάμεστη ενω κανένας ακόμα δε φαινόταν να έχει αντιληφθεί την παρουσία τους. Ο σκύλος έτρεξε γρήγορα, και με έναν τεράστιο δρασκελισμό πέρασε πάνω από την ορχήστρα και προσγειώθηκε στη σκηνή.
Η μουσική σταμάτησε, οι τενόροι πάγωσαν, ενώ από το κοινό ακούστηκαν κραυγές τρόμου και αγωνίας. Ο Σωτήρης γύρισε και αντίκρυσε τους θεατές με αποφασιστικότητα.
 «Αγαπητοί μου,» ρουθούνισε χαμογελώντας «εγώ και οι φίλοι μου ήρθαμε για να παρακολουθήσουμε την παράσταση. Δε θέλουμε με κανέναν τρόπο να χάσουμε την υπέροχη παρέα σας, οπότε φοβάμαι πως θα αναγκαστείτε να παραμείνετε στην αίθουσα μέχρι να ολοκληρωθούν και οι τέσσερις πράξεις. Το ίδιο και η ορχήστρα ενώ το αυτό ισχύει και για τους ερμηνευτές.» τόνισε και στράφηκε να κοιτάξει τους κατατρομαγμένους τενόρους που εμφανίζονταν στην αρχή της πρώτης πράξης. «Αλλά επειδή οι συνθήκες είναι λίγο ασυνήθιστες θα πρέπει, φοβάμαι, να εφαρμόσω λίγη πειθώ. Συνεχίστε λοιπόν όπως πριν.» είπε απευθυνόμενος στην ορχήστρα και πηδώντας κάτω ήρθε και στάθηκε μπροστά από τον έφιππο Κολοκοτρώνη που μαζί με την κοκκινομάλλα κοπέλα είχαν σταθεί στη μέση του διαδρόμου που χώριζε τα καθίσματα σε δύο πτέρυγες. Η ορχήστρα ξεκίνησε να παίζει πάλι σα να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα και οι τενόροι εξακολούθησαν από εκεί ακριβώς που τους είχαν διακόψει αγνοώντας παντελώς το αλλοπρόσαλλο της κατάστασης.
«Είσαστε άνετα εκεί πάνω, αγαπητή μου;» ρώτησε γλυκά ο Σωτήρης.
«Τέλεια, φίλτατε» χαμογέλασε η Καλλιπάτειρα που είχε αρχίσει επιτέλους να χαλαρώνει και να το απολαμβάνει. «Αλλά τι ακριβώς τους κάνατε;»
«Τους καθήλωσα λίγο παραπάνω από ότι θα τους έκανε η ερμηνεία των πρωταγωνιστών. Μην ανησυχείς.» πρόσθεσε. «Μετά το τέλος θα επανέλθουν όλοι στον βαρετό φυσιολογικό εαυτό τους και δεν θα θυμούνται τίποτα από την μικρή μας παρέμβαση.»
Η Καλλιπάτειρα κοίταξε τους θεατές και είδε πως έμοιαζαν σαν υπνωτισμένοι. Φαίνονταν να έχουν ξεχάσει την παρουσία τους και παρακολουθούσαν με απόλυτη πάλι προσήλωση την παράσταση. Ένιωσε και η ίδια να αφήνεται στη μαγεία της  μουσικής και των ερμηνειών και έχασε κάθε επαφή με τον χώρο και τον χρόνο.
Δυόμιση ώρες περίπου μετά οι τρεις εισβολείς έβγαιναν άνετα από την μπροστινή έξοδο περνώντας μπροστά από μία υπνωτισμένη ταμία και δύο εξίσου αποβλακωμένους φρουρούς ένας εκ των οποίων έσπευσε με ευγένεια να τους ανοίξει και την πόρτα.
Τα πράγματα όμως έξω δεν ήταν τόσο ήσυχα.. Αν και δεν είχε μαζευτεί πλήθος και αστυνομία, όπως περίμενε η Καλλιπάτειρα (και αυτό μάλλον οφειλόταν σε ένα ακόμα από τα ταλέντα του Σωτήρη, συμπέρανε), η παρουσία του ορειχάλκινου Κολοκοτρώνη έσπειρε πάλι τον τρόμο και το χάος στον κόσμο που κυκλοφορούσε εκείνη την ώρα.
Αγνοωντας όλο αυτό το πανδαιμόνιο το άλογο χαμήλωσε στα μπροστινά του πόδια και η Καλλιπάτειρα κατέβηκε με ένα ελαφρύ πήδημα.
Ο σκύλος γύρισε και την κοίταξε τρυφερα.
«Εγώ και ο φίλος μου θα πρέπει να αποχωρήσουμε το συντομότερο δυνατό προτού η παρουσία μας προσελκύσει το σύνολο των σώματων ανασφαλείας που εδρεύουν σε αυτή την πόλη. Να ξέρεις πως εσύ είσαι απόλυτα ασφαλής. Με την αποχώρησή μας όλοι θα αρχίσουν να ξεχνούν τι ακριβώς είδαν και τι συνέβη. Όλοι εκτός από εσένα»
 Την πλησίασε, άπλωσε το μπροστινό δεξί του πόδι και αυτή το έπιασε απαλά για να τον χαιρετίσει. «Και για να προλάβω την ερώτησή σου αυτό που είμαι είναι αυτό που έχεις μέσα σου. Ήρθα τη στιγμή που το χρειαζόσουν περισσότερο για να στο θυμίσω. Όλο αυτό που έζησες απόψε είναι δική σου δημιουργία και μόνο, μην το ξεχάσεις ποτέ! Σε χαιρετώ. Θα με ξαναδείς αν με χρειαστείς αλλά ελπίζω αυτό να μη γίνει πολύ σύντομα» Κατέβασε το πόδι του και γύρισε στο άγαλμα «Οπλαρχηγέ, χαιρέτα γιατί πρέπει να βιαστούμε.» Ο Κολοκοτρώνης χαμήλωσε το κεφάλι σε χαιρετισμό και η Καλλιπάτειρα έκανε μία μικρή υπόκλιση. Τους παρακολούθησε να απομακρύνονται τρέχοντας με κατεύθυνση προς τη Σταδίου περνώντας ανάμεσα από ακινητοποιημένα αυτοκίνητα και αλλόφρονες οδηγούς.
Γυρνώντας την πλάτη της στο πανικόβλητο πλήθος η 37χρονη κοκκινομάλλα άρχισε να περπατά προς την αντίθετη κατεύθυνση χαμογελώντας. Αισθανόταν το σώμα και την ψυχή της ανάλαφρα και είχε μία έντονη διάθεση να περιπλανηθεί. Η ζωή την περίμενε.



-----Η ιστορία και οι πρωταγωνιστές ουδεμία σχέση έχουν με πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα. Ή μήπως όχι;-----

Βγήκαμε στις αγορές

Την πρώτη ημέρα που βγήκαμε στις αγορές...


Ήταν μία συνηθισμένη ημέρα, σε μία συνηθισμένη πόλη. Βγήκα από το σπίτι φουριόζα. Είχα αρκετές δουλειές και είχα καθυστερήσει να ξεκινήσω. Ναι, η σχέση μου με το χρόνο ποτέ δεν ήταν καλή. Τον βλέπω λίγο σαν αυτούς τους συνετούς φίλους που προσπαθούν μονίμως να με βάλουν σε μία τάξη αλλά ποτέ δεν τα καταφέρνουν γιατί η αταξία έχει γίνει δεύτερό μου δέρμα και, κακά τα ψέματα, μου αρέσει το μικρό χάος μέσα στο οποίο ζω.
Βγήκα λοιπόν βιαστική και ξεκίνησα να περπατώ προς τη λεωφόρο. Κίνηση ιδιαίτερα αυξημένη, ήταν ημέρα λαϊκής. Ταλαιπωρημένες νοικοκυρές περιφέρονταν με τα καροτσάκια που ξεχείλιζαν ζαρβαβατικά, διπλοτριπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα, όλα αυτά συνέθεταν ένα άκρως γοητευτικό (not!) σκηνικό.
Μετά από πέντε λεπτά περπάτημα είχα φτάσει στη διασταύρωση δωδεκανήσου και λεωφόρου βουλιαγμένης. Βρισκόμουν στο φανάρι επί της βουλιαγμένης και περίμενα να ανάψει πράσινο για να περάσω απέναντι όταν ξαφνικά άκουσα έναν φριχτό θόρυβο. Γύρισα το κεφάλι μου αριστερά και μόλις που πρόλαβα να δω έναν μεσήλικα κύριο να εκφενδονίζεται με ιλλιγιώδη ταχύτητα από το μηχανάκι πάνω στο οποίο βρισκόταν και να προσγειώνεται φαρδύς πλατύς σχεδόν μπροστά στα πόδια μου στην άσφαλτο. Για δευτερόλεπτα πάγωσα και δεν ήξερα πως να αντιδράσω. Έπειτα συνήλθα και έσκυψα να δω πως μπορούσα να τον βοηθήσω. Το ένα του πόδι και ήταν αφύσικα γυρισμένο, σίγουρα είχε σπάσει. Δε φαινόταν να έχει γρατσουνιές ή μώλωπες γιατί δεν είχε συρθεί σχεδόν καθόλου στην άσφαλτο αλλά το πιο σοβαρό φαινόταν να είναι το χτύπημα στο κρανίο του. Από τη δεξιά πλευρά του κεφαλιού αιμορραγούσε απίστευτα.
Ένας άλλος κύριος που είχε βγει από ένα σταματημένο αυτοκίνητο φώναξε ότι καλεί ασθενοφόρο και την τροχαία. Γονάτισα δίπλα στον τραυματία που είχε κλειστά τα μάτια και ανέπνεε με δυσκολία και άρχισα να του μιλάω. "Κύριε μην ανησυχείτε. Χτυπήσατε αλλά σε λίγο έρχονται για να σας βοηθήσουν." Ταυτοχρόνως άκουγα γύρω μου φωνές  και κάμποσα ουρλιαχτά. Αυτά που βγάζουν συνήθως υστερικές κυρίες και δεσποινίδες εμποτισμένες με άπειρες ώρες τηλεοπτικών δραμάτων και τούρκικων σίριαλ έρωτα και απόγνωσης. Έκλεισα τα αυτιά μου στην τριγύρω οχλοβοή και επικεντρώθηκα στον άνθρωπο που ήταν ξαπλωμένος πάνω στην άσφαλτο. Ξαφνικά τα μάτια του άνοιξαν και με κοίταξε με ένταση ενώ ταυτοχρόνως το χέρι του άδραξε με απρόσμενη δύναμη το δικό μου. Έδειχνε σα να προσπαθούσε να πει κάτι. Σκέφτηκα πως ίσως να μην τα κατάφερνε, ίσως να ήθελε να μου πει κάτι σημαντικό, μπορεί αυτά να ήταν τα τελευταία του λόγια που θα ήθελε να ξέρουν η οικογένειά του. Έσκυψα ακόμα περισσότερο επάνω του και έφερα του αυτί μου πολύ κοντά στο στόμα του για να ακούσω. Ο ψίθυρος που ακουγόταν ήταν αδύναμος αλλά παρόλα αυτά μπόρεσα να ξεχωρίσω αυτό που ήθελε να πει: "Είμαι τόσο ευτυχισμένος. Σήμερα βγήκαμε στις αγορές."
Ήταν οι τελευταίες του λέξεις στον μάταιο τούτο κόσμο. Έπειτα ξεψύχησε. Ευθύς κατάλαβα. Ο άνθρωπος αυτός ήταν νεκρός εδώ και καιρό. Την ίδια στιγμή κατέφθασε και το ασθενοφόρο. "Κάντε άκρη, κάντε άκρη" άκουσα να φωνάζει ένας τραυματιοφορέας και ο κύκλος των περίεργων και θανατολάγνων άνοιξε για να περάσει το φορείο.
Σηκώθηκα τινάζοντας τη φούστα μου. "Είναι πολύ αργά" είπα στους τραυματιοφορείς που άφηναν κάτω το φορείο και ετοιμάζονταν προσεκτικά να τον σηκώσουν. "Δεν το ξέρετε αυτό", με αγριοκοίταξε ένας από τους απαρτίζοντες τον κύκλο της περιέργειας και της τρομολαγνείας.
Γύρισα και του χαμογέλασα γλυκά. "Ω, μα το ξέρω, αγαπητέ μου. Εδώ και καιρό είναι πολύ αργά πια για αυτόν. Και τώρα με συγχωρείτε". Άνοιξα δρόμο μέσα από το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί για να έχει κάτι να αφηγηθεί στο μεσημεριανό οικογενειακό τραπέζι και αδιαφόρησα για τα θυμωμένα και σοκαρισμένα βλέμματα που με συνόδευαν καθώς συνέχιζα το δρόμο μου. Αισθανόμουν το σώμα και την ψυχή μου ανάλαφρα και είχα μία έντονη διάθεση να περιπλανηθώ. Η ζωή με περίμενε.
του Κώστα Κουφογιώργου

-----Η ιστορία και οι πρωταγωνιστές ουδεμία σχέση έχουν με πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα. Ή μήπως όχι;-----

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Απόσπασμα από "Το κοιμητήρι της Πράγας" του Ουμπέρτο Έκο

"Οι παπάδες… Πώς τους γνώρισα; Στο σπίτι του παππού, νομίζω, έχω μια θολή ανάμνηση από φευγαλέα βλέμματα, χαλασμένα δόντια, βαριές ανάσες, ιδρωμένα χέρια που προσπαθούσαν να μου χαϊδέψουν το σβέρκο. Τι αηδία. Αργόσχολοι, ανήκουν στις επικίνδυνες τάξεις, όπως οι κλέφτες και οι αλήτες. Αυτός που γίνεται ιερέας ή μοναχός, το κάνει για να ζήσει τεμπέλικα, και η τεμπελιά είναι εγγυημένη από τον αριθμό τους. Αν οι ιερείς ήταν,ας πούμε, ένας στους χίλιους, θα είχαν τόσο πολλά να κάνουν ώστε δεν θα προλάβαιναν να κάθονται αραχτοί και να καταβροχθίζουν καπόνια. Και μεταξύ των πιο ανάξιων ιερέων, η κυβέρνηση διαλέγει τους πιο βλάκες και τους χρίζει επισκόπους.

Αρχίζεις να τους έχεις γύρω σου από τη στιγμή που γεννιέσαι, όταν σε βαφτίζουν, τους ξαναβρίσκεις στο σχολείο, αν οι γονείς σου είναι τόσο θεοφοβούμενοι που να σ’ εμπιστευτούν στα χέρια τους, μετά είναι η πρώτη κοινωνία, η κατήχηση, το χρίσμα^ ο παπάς είναι εκεί τη μέρα του γάμου σου, για να σου πει τι πρέπει να κάνεις στην κρεβατοκάμαρά σου και, την επόμενη μέρα, στην εξομολόγηση, για να σε ρωτήσει πόσες φορές το έκανες κι έτσι να μπορεί να ερεθίζεται πίσω από το διχτυωτό. Σου μιλούν με τρόμο για το σεξ, αλλά τους βλέπεις κάθε μέρα να βγαίνουν από αιμομικτικά κρεβάτια χωρίς καν να πλένουν τα χέρια τους, και να πηγαίνουν να φάνε και να πιουν τον Κύριό τους,για να τον χέσουν και να τον κατουρήσουν μετά.

Λένε και ξαναλένε ότι η βασιλεία τους δεν είναι του κόσμου τούτου και βάζουν χέρι σε οτιδήποτε μπορούν να αρπάξουν. Ο πολιτισμός δεν θα φτάσει ποτέ στο αποκορύφωμά του αν η τελευταία πέτρα της τελευταίας εκκλησίας δεν πέσει πάνω στον τελευταίο παπά, ώστε ο κόσμος να γλιτώσει απ’ αυτό το σκυλολόι."

Χωρίς σχόλια...

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Κοιτάζοντας τη θάλασσα

Καθόταν στην ακρογιαλιά και ατένιζε τη θάλασσα. Το φως της σελήνης που παιχνίδιζε επάνω στο νερό και ο γουργουριστός ήχος των κυμάτων που έσκαγαν στην ακτή την ηρεμούσαν. Μόνο έτσι, μόνο δίπλα στη θάλασσα ένιωθε να καταλαγιάζει η τρικυμία που συχνά μαινόταν μέσα της και απειλούσε να την πνίξει. Και μόνο βραδιές σαν την αποψινή αυτό το μικρό κομμάτι του εαυτού της, αυτό που τη χώριζε πάντα από τους άλλους γαλήνευε ως ένα βαθμό.
Μέσα στην απαλότητα της νύχτας και το ελαφρύ αεράκι που ερχόταν από τον πέλαγος αναλογίστηκε για μια στιγμή ολάκερη τη ζωή της. Προσπάθησε να θυμηθεί από πότε ένιωθε έτσι, από πότε ένιωθε χώρια από τους άλλους. Δεν είχε όμως κανένα νόημα πια να ψάχνει για λόγους και αιτίες. Το κενό, ο μικρός ζόφος ήταν πάντα εκεί. Μερικές φορές μεγάλωνε και απειλούσε να την καταπιεί. Άλλοτε γινόταν μικρός σχεδόν αδιόρατος αλλά ποτέ δεν έφευγε εντελώς.
Με το πέρασμα των χρόνων έμαθε να το δέχεται, σχεδόν αγάπησε αυτό το μυστικό μέρος του εαυτού της, αυτό που την οδηγούσε πάντα σε μοναχικούς δρόμους και δύσκολες επιλογές. Το αγάπησε γιατί την έμαθε να συμπονά περισσότερο τους άλλους, να καταλαβαίνει τη δική τους μοναξιά αφού την κουβαλούσε πάντα μέσα της. Όσες εμπειρίες και αν έζησε, ότι σταυροδρόμια και αν συνάντησε πάντα βαθιά την συνόδευε αυτή η επτασφράγιστη μοναξιά, η αίσθηση πως δε συμπλέει ποτέ ακριβώς με τους άλλους αλλά τραβά δική της ρότα που σα να μη μπορεί κανείς να την ακολουθήσει.
Και ήταν πια συμφιλιωμένη με αυτό. Συνήθως...
Γιατί απόψε μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά και τη γαλήνη αισθάνθηκε να ανεβαίνει μέσα της σα φουσκονεριά το παράπονο. "Να μπορούσα να βυθιστώ στη θάλασσα και να ζήσω για πάντα ευτυχισμένη στα φιλόξενά της νερά" σκέφτηκε.
"Θεία, θεία, η μαμά ρωτάει αν θα έρθεις για φαγητό" ακούστηκε μια παιδική φωνή λίγο πιο πίσω της. Γύρισε και αντίκρυσε το μικρό της ανιψιό, ένα πεντάχρονο αγόρι με φωτεινά μάτια, να ξεπροβάλει από το σπίτι που ήταν πίσω από την ακρογιαλιά, το εξοχικό της αδελφής της.
"Θα έρθω σε λίγο" απάντησε και γύρισε να αντικρύσει ξανά την ακρογιαλιά.
"Τι βλέπεις; Το φεγγάρι;" Ο μικρός ήρθε και κάθισε δίπλα της.
"Nαι, το φεγγάρι. Δεν είναι όμορφο;" γύρισε και του χαμογέλασε. Ο ανιψιός της ήταν εξαιρετικά ευφυής και πολύ διορατικός όπως βέβαια όλα τα παιδιά της ηλικίας του.
"Θεία, το έχω σκεφτεί πολλές φορές που σε βλέπω να κάθεσαι εδώ λυπημένη. Αν παίρναμε μία βάρκα μαζί, τη βάζαμε στη θάλασσα και πηγαίναμε να πιάσουμε το φεγγάρι, θα ήσουν χαρούμενη μετά;"
Τον κοίταξε βουβή από συγκίνηση, τα μάτια της βούρκωσαν.
"Είμαι χαρούμενη τώρα που είσαι εδώ μαζί μου" του είπε.
Ο μικρός έβαλε το χέρι του μέσα στο δικό της και έγειρε το κεφαλάκι του στον ώμο της. Και για πρώτη φορά μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια αισθάνθηκε το σκοτεινό μοναχικό εκείνο κομμάτι του εαυτού της, να εξαφανίζεται μέσα σε ένα ζεστό εκτυφλωτικό φως. Θαύμασε και απόρησε. Τόσον καιρό αναρωτιόταν, βασανιζόταν, έψαχνε. Και ήταν τόσο κοντά της; Έμεινε αμίλητη, έκθαμβη μπροστά στην απλότητα της συγκλονιστικής αποκάλυψης. Αγκάλιασε σφιχτά τον ανιψιό της και έμειναν να θαυμάσουν λίγο ακόμα το φως του φεγγαριού να αντανακλάται με χίλια δυο παιχνιδίσματα επάνω στο θαλασσινό νερό.

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Ο νέος δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας και άλλα ευτράπελα


Εντωμεταξύ στην Ελλάδα, σε ένα παράλληλο σύμπαν, πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ στον Πρωινό Κούκο  

“Δεν αντέχουμε άλλο με τον νέο κώδικα συμπεριφοράς” δηλώνει η πλειοψηφία των δημοσίων υπαλλήλων

Έντονες είναι οι αντιδράσεις από το κατώτερο δημοσιοϋπαλληλικό προσωπικό για τον παράλογο, όπως υποστηρίζουν, νέο κώδικα συμπεριφοράς που έχει επιβάλλει η κυβέρνηση προκειμένου να καταστεί αδύνατο να τον τηρήσουν και έτσι να απολυθούν βρισκόμενοι επίορκοι.
«Εξαναγκαζόμαστε από τη διοίκηση κάθε μέρα να φοράμε και το ανάλογο  χρώμα ρούχων», δηλώνει αγανακτισμένος υπάλληλος του υπουργείου Οικονομικών. «Δευτέρα και Τετάρτη μπλε, Τρίτη Πέμπτη πράσινα και Παρασκευή κόκκινα και μάλιστα ελεγχόμαστε αν ακολουθούμε και στα εσώρουχα τους  χρωματολογικούς κανόνες. Μία συνάδελφος  που βρέθηκε κατά την διάρκεια ελέγχου την Τρίτη να φορά μπεζ σουτιέν απολύθηκε από την υπηρεσία επιτόπου». 

«Η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο. Από τον προηγούμενο μήνα μας επέβαλλαν και νέο κανόνα συμφωνα με τον οποίο απαγορεύεται να πηγαίνουμε τουαλέτα καθόλη την διάρκεια του ωραρίου μας  για να μην μειώνεται η παραγωγικότητα» δηλώνει εξοργισμένη υπάλληλος του υπουργείου Δικαιοσύνης. «Έχει γίνει πλέον καθημερινό το φαινόμενο να κατουριούνται συνάδελφοι επάνω τους αλλά οι κανόνες λένε πως και η δημόσια διαφυγή ούρων τιμωρείται και αυτή με απόλυση. Κάποιοι που προσπάθησαν να προσπελάσουν αυτό τον κανόνα με babylino και έγιναν αντιληπτοί επίσης απολύθηκαν γιατί τα babylino είναι άσπρα και το άσπρο απαγορεύεται στο ενδυματολογικό χρωματολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων» συνεχίζει.
«Το χειρότερο είναι πως ελεγχόμαστε και εκτός ώρες υπηρεσίας» αποκαλύπτει πρώην εργαζόμενος στο υπουργείο Παιδείας. «Εγώ μία νύχτα γύρω στις 3 τα ξημερώματα και αφού είχα καταναλώσει  φασολάδα για βραδυνό, αερίστηκα δυνατά. Δευτερόλεπτα αργότερα χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού μου και μόλις άνοιξα μέλος τους σώματος ελέγχου μου παρέδωσε το χαρτί της απόλυσής μου. Μου είπαν ότι είχα παραβιάσει τον κανόνα αποβολής αερίων, τα οποία επιτρέπονται μόνο μία ώρα καθημερινά από τις 5 έως τις 6 το πρωί».
Η ΑΔΕΔΥ καταγγέλλει  την προκλητική εμμονή κυβέρνησης και τρόικας στην πολιτική της σκόπιμης συρρίκνωσης του δημοσίου . «Η ενδυμασία μας, η κύστη μας και τα αέριά μας δεν υπόκεινται σε τυραννικούς περιορισμούς. Την ερχόμενη εβδομάδα ετοιμάζουμε αλλεπάλληλες κινητοποιήσεις και καλούμε όλους τους  εργαζόμενους  να κατέβουν με παρδαλά ρούχα, babylino και περδόμενοι διαρκώς για να στηρίξουν τον αγώνα. Η νέα κυβερνητική γραμμή δεν θα περάσει» δηλώνει ο εκπρόσωπός της.




Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Tο προνόμιο του να είσαι wallflower

"You see things and you understand. You're a wallflower"
Ναι, ήμασταν εμείς. Εμείς που στα σχολικά πάρτι σπάνια σηκωνόμασταν να χορέψουμε. Εμείς που ντυνόμασταν λίγο διαφορετικά από τους υπόλοιπους. Εμείς που ήμασταν πιο ήσυχοι ή πιο απόμακροι από τους άλλους. Εμείς που ακούγαμε την περίεργη μουσική, διαβάζαμε τα περίεργα βιβλία, είχαμε τις περίεργες ιδέες. Εκεί μα και ταυτόχρονα αλλού. Παρόντες αλλά και αόρατοι ή περιθωριοποιημένοι. Που μπορεί να καθόμασταν στο τελευταίο πάντα θρανίο, κοντά στο παράθυρο μόνο και μόνο για να χαζεύουμε το δρόμο, τον ουρανό, τα δέντρα. Εμείς που μας έλεγαν ονειροπαρμένους και φρικιά. Εμείς που οι καθηγητές ανησυχούσαν για την προσαρμοστικότητά μας. Εμείς που τα καλοκαιρινά απογεύματα καθόμασταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι με τα χέρια διπλωμένα πίσω από το κεφάλι για να ακούσουμε τη μουσική που θέλαμε από το κασετόφωνο και να ονειρευτούμε. Εμείς που τώρα έχουμε μεγαλώσει αλλά αν μας κοιτάξεις προσεκτικά θα δεις κάτω απο την πρώτη εικόνα εκείνο το παιδί να ονειρεύεται και να θέλει να αλλάξει τον κόσμο. Αγκάλιασε μας, αγάπησέ μας. Είμαστε εσύ...

"I can see it. This one moment when you know you're not a sad story. You are alive, and you stand up and see the lights on the buildings and everything that makes you wonder. And you're listening to that song and that drive with the people you love most in this world. And in this moment I swear, we are infinite."


Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Το χαμόγελο στα χρόνια της κρίσης



Και βγαίνεις έξω γελαστός και ατενίζεις τον γαλαζιό ουρανό. Και σε κοιτούν καχύποπτα. Και λένε: «Εσύ γιατί χαμογελάς; Δε βλέπεις πως υπάρχει κρίση;» Και εσύ απαντάς: «Χαμογελώ γιατί μου αρέσει το γαλάζιο του ουρανού, η πνοή του αέρα όπως περνά μέσα από τα φύλλα και τους σιγομουρμουρά.  Χαμογελώ γιατί  είναι όμορφη η ζωή» Και λένε: «Ψεύτη! Δε σου ήρθε ο φόρος από το κράτος; Το κράτος θέλει να πληρώνουμε σκληρά.  Πως γίνεται να χαίρεσαι με όλα αυτά; Να χαίρεσαι που ζεις χωρίς να έχεις κάτι να κατέχεις;» Και έρχεται το κράτος που όλα τα μυρίζεται και δε θέλει χαμόγελα και αγάπες στη σκυθρωπή αυλή του. Μόνο κατήφεια και υποταγή. Και βλέπει πως δεν πλήρωσες το φόρο και ρίχνει το φαρμακερό του βλέμμα επάνω σου. Σου παίρνει το λιγοστό σου κομπόδεμα για τιμωρία και κοντοστέκεται να δει. Και εσύ χαμογελάς. «Γιατί χαμογελάς;», βαρυγκωμούν οι γείτονες. «Είναι ζωή αυτή να ζεις; Χωρίς στον ήλιο μοίρα; Δίχως να έχεις  έστω ένα προσκέφαλο, έτσι απλά να γείρεις; » Και εσύ γελάς. «Ο κόσμος όλος είναι το προσκέφαλό μου» λες και βγαίνεις έξω να απολαύσεις τη ζωή. Χωρίς δουλειά, χωρίς λεφτά εσύ που κάποτε τα είχες όλα και τα έχασες για να βρεις τα πάντα εκεί που δεν πρόσμενες. Και βγαίνεις έξω, περπατάς, μιλάς , γελάς με ανθρώπους αγνώστους που πριν δε θα τολμούσες. Χαζεύεις τα πουλιά που τιτιβίζουν ανάμεσα στα κλαδιά, χαϊδεύεις τα αδέσποτα, παίρνεις την κιθάρα και παίζεις με φίλους στα πάρκα, στη χλόη  κάτω από τη σκιά των δέντρων. Αλλά το κράτος είναι πάντα εκεί. Κοιτάζει και απορεί. Γιατί δεν έγινες ακόμα μίζερος, φοβισμένος, ρατσιστής; Μέχρι και το παθητικός αποδέκτης θα ήταν ανεκτό για αρχή αν και πάντα κατά βάθος ο φόβος και το να σε ρίξει μέσα σε αυτόν κρυφά το ηδονίζει. Θέλει στον έλεγχό του να σε έχει με όποιο κόστος. Και έρχεται να σε πάρει. «Ύποπτος για εγκληματική ενέργεια» το κατηγορητήριο. Μην είναι η κιθάρα πολυβόλο και οι χορδές οι σφαίρες της; Και η μουσική το καταστροφικό αποτέλεσμά της; Ισόβια. Και κάθεσαι μες στο κελί και απ΄ το μικρό παραθυράκι βλέπεις λίγο ουρανό. Και χαμογελάς. Ακόμα αυτό δεν στο έχουν πάρει. Μέχρι την ύστατη στιγμή, μέχρι την τελευταία σου πνοή χαμογελάς. Και, ξέρεις , το χαμόγελο είναι επικίνδυνο. Είναι πιο μεταδοτικό από τη γρίπη των πτηνών και της μιζέριας και του φόβου ο χειρότερος  εχθρός. Και το χαμόγελο πηγαίνει σε όλα τα μικρά κελιά και γίνεται η φυλακή όλη ένα απέραντο χαμόγελο. Και απορεί το κράτος και ανησυχεί και φοβάται. Αν μεταμορφωθεί μια φυλακή σε ένα μεγάλο χαμόγελο ποιος ξέρει στον κόσμο έξω τι μπορεί να γίνει; 


Πως μας κατάφεραν όλους, βρε παιδιά, ο ένας να στρεφόμαστε ενάντια στον άλλο; Απλά ν' αγαπηθούμε, απλά ν' αγαπηθούμε...

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

H Λένα και ο κάδος ανακύκλωσης

Είναι της μοδός οι απαγορευμένοι έρωτες τελικά ιδίως στα πιο σύγχρονα λογοτεχνικά αναγνώσματα. Βρυκόλακας με θνητή, ολύμπιος θεός με θνητή, άγγελος με θνητή, οτιδήποτε εκτός από θνητό με θνητή και πάει λέγοντας. Έτσι και εγώ αποφάσισα να γράψω ένα μικρό διήγημα (τοσοδούλικο) για ένα ακόμα απαγορευμένο έρωτα. 

Η ιστορία μας ξεκινά ένα κυριακάτικο βράδυ σε μία αρκετά κεντρική οδό, τη Σόλωνος, όταν η ηρωίδα μας, η Λένα, περπατά επιστρέφοντας από έναν βαρετό καφέ, σε μία «πλαστική» καφετέρια με «πλαστικούς» ανθρώπους. Όλα της φαίνονται γκρίζα, μουντά, ζοφερά, ανιαρά. Η νεόπλουτη ανούσια ζωή της την πνίγει και η σκέψη της περιστρέφεται και επικεντρώνεται αποκλειστικά σε ένα μόνο πράγμα. Πόσο μόνη νιώθει. Και κάπως έτσι με αυτή τη «χαρούμενη» διάθεση περπατά προς το μετρό στην Πανεπιστημίου.
Κάποια στιγμή περνώντας μπροστά από έναν κάδο ανακύκλωσης συνειδητοποιεί πως κρατά ένα διαφημιστικό μίας παράστασης που είχε πάρει από την καφετέρια όπου προσποιούνταν πως περνούσε καλά μέχρι προ ολίγου και το ρίχνει μέσα στον κάδο θέλοντας να ξεφορτωθεί και το παραμικρό στοιχείο που την «έδενε» με την ανία των τριών τελευταίων ωρών. Αφού έχει ρίξει το χαρτί μέσα στον κάδο συνειδητοποιεί ότι κάτι είναι κολλημένο επάνω στο καπάκι του,κάτι ζωηρό και εντυπωσιακό. Κοιτάζει καλύτερα και βλέπει μία μεγάλη κόκκινη αυτοκόλλητη καρδιά η οποία κάτω από το φως της λάμπας του δρόμου στραφταλίζει σα να έχει μέσα χρυσόσκονη και δίνει την αίσθηση ότι πάλλεται. Μαγεμένη η Λένα κάνει δυο τρία βήματα πίσω για να δει καλύτερα όλο τον κάδο και συνειδητοποιεί ότι είναι ο πιο εντυπωσιακός που έχει δει ποτέ στη ζωή της. Φαίνεται ολοκαίνουργιος, πεντακάθαρος και τα χρώματα του δίνουν την αίσθηση μίας οπτικής πανδαισίας ενώ η κόκκινη καρδιά με τη χρυσόσκονη τον κάνει να φαίνεται σχεδόν «ζωντανός». Με δυσκολία τραβά το βλέμμα της προσπαθώντας να συνέλθει από τον έντονο θαυμασμό και την έλξη που αισθάνθηκε. Γυρίζει να φύγει αλλά δεν έχει κάνει ούτε τρία μέτρα όταν ακούει κάτι περίεργο από πίσω της. Έναν ήχο σαν «κλικιτικλάκ» από καπάκι που ανοιγοκλείνει και ταυτοχρόνως ακούει ρόδες που τσουλάνε. Γυρίζει και βλέπει αποσβολωμένη τον κάδο που με κόπο άφησε πριν λίγο να βρίσκεται ένα μέτρο πίσω της ακινητοποιημένος. Κατά περίεργο τρόπο δεν αισθάνεται τρομαγμένη αλλά ενθουσιασμένη και περίεργη. Αποφασίζει να παίξει ένα παιχνίδι και χαμογελά πονηρά από μέσα της. Ξεκινά ξαφνικά να φύγει βαδίζοντας γρήγορα. Την ίδια στιγμή ακούει πάλι τον ήχο «κλικιτικλάκ» και τις ρόδες να τσουλάνε. Κοκκαλώνει και γυρίζει απότομα το κεφάλι. Ο κάδος είναι πάλι στο ένα μέτρο πίσω της με την αυτοκόλλητη καρδιά να στραφταλίζει μαγευτικά μέσα στο ημίφως. Η Λένα συνεχίζει να περπατά πάλι ήρεμα αλλά αυτή τη φορά έχει γυρισμένο το κεφάλι ελαφρά στο πλάι και με την άκρη του ματιού της βλέπει ακριβώς τι συμβαίνει πίσω της. Και είναι όντως κάτι το απίστευτο αυτό που διαπιστώνει. Ο κάδος φαίνεται να τσουλάει μόνος του αγέρωχα πάνω στα ροδάκια του ακολουθώντας την ενώ το μπλε του γυαλιστερό καπάκι με την στραφταλίζουσα καρδιά ανοιγοκλείνει ελαφρά κάνοντας «κλικιτικλάκ».
Η περίεργη αυτή μικρή πορεία συνεχίζεται μέχρι το σταθμό του μετρό στο Πανεπιστήμιο όπου και η Λένα σταματά έξω από την είσοδο του σταθμού γυρίζει, τον κοιτάζει με τρυφερότητα και τον καληνυχτίζει. «Ήταν μάλλον μία από τις ωραιότερες εμπειρίες της ζωής μου» του λέει φεύγοντας και αισθάνεται μία βαρειά θλίψη καθώς γυρίζει την πλάτη και μπαίνει μέσα στο σταθμό. Οι περαστικοί κοιτάζουν παραξενεμένοι την αλλόκοτη αυτή σκηνή.
Την επόμενη μέρα το πρωί η Λένα βγαίνει από την πολυτελή πολυκατοικία που μένει στο Χαλάνδρι για να πάει στην εργασία της. Έκπληκτη βλέπει τον κάδο με τα λαμπερά χρώματα και την στραφταλίζουσα καρδιά να την περιμένει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Τον πλησιάζει συγκλονισμένη. Απλώνει το χέρι και χαιδεύει την «καρδιά». Ένα πρωτόγνωρο αίσθημα τρυφερότητας την συνεπαίρνει και την τρομάζει ταυτόχρονα. «Τι είναι αυτό που μου συμβαίνει;»,αναρωτιέται. «Θεέ μου, τι πάω να κάνω», σκέφτεται. «Μα με έναν κάδο; Τι θα σκεφτούν οι φίλοι μου, η οικογένειά μου;», «Κλικιτικλάκ» κάνει το καπάκι του κάδου και ως εκ θαύματος πετάγεται από μέσα ένα φύλλο χαρτί. Είναι μάλλον κάτι που είχε πετάξει κάποιος για ανακύκλωση. Η Λένα το σηκώνει ξαφνιασμένη και αρχίζει να το διαβάζει. Είναι προφανώς μία σκισμένη σελίδα από κάποιο βιβλίο και περιλαμβάνει ένα ποίημα που από ότι αντιλαμβάνεται πρέπει να είναι ένα από τα διάσημα σονέτα του Σαίξπηρ. Συγκλονισμένη βλέπει κάποιους στίχους να είναι υπογραμμισμένοι. Τους διαβάζει συγκινημένη: «Love is not love which alters when it alteration finds, or bends with the remover to remove: O no! it is an ever-fixed mark that looks on tempests and is never shaken; It is the star to every wandering bark, whose worth's unknown, although his height be taken."
Kαι εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνει ότι βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Αν θέλει να επιβιώσει μέσα στην καλή κοινωνία της οποίας είναι μέλος οφείλει να σταματήσει τώρα αυτό που συμβαίνει. Οπισθοχωρεί τρομαγμένη, πετάει κάτω το χαρτί και φεύγει τρέχοντας για τη δουλειά της. Το απόγευμα όμως βγαίνοντας απο τη δουλειά ο κάδος είναι πάλι εκεί και την περιμένει υπομονετικά. Αυτό συνεχίζεται για περίπου μία εβδομάδα. Η Λένα προσπαθεί να τον αγνοεί, να καταπιέζει τα έντονα συναισθήματα που την κατακλύζουν όταν τον βλέπει. Κάποια στιγμή δεν αντέχει. Ένα βράδυ ξεπερνώντας όλες τις αναστολές της κατεβαίνει από το διαμέρισμά της και μιλώντας του τρυφερά του ζητά να την ακολουθήσει. «Κλικιτικλάκ» κάνει ο πολύχρωμος κάδος, η καρδιά στραφταλίζει πιο έντονα από κάθε άλλη φορά και την ακολουθεί τσουλώντας αργά και ανεβαίνοντας με εκπληκτική άνεση όλα τα σκαλοπάτια ως τον τρίτο όροφο που μένει η Λένα.
Από εκεί και έπειτα τα πράγματα εξελίσσονται ραγδαία. Τα σονέτα του Σαίξπηρ που ξεπετάγονται από τον αγαπημένο της κάδο στην αγκαλιά της Λένας διαδέχονται το ένα το άλλο ακολουθούμενα από γενναίες δόσεις σκοτεινού πάθους του Λόρκα και εναλλαγές από Robert Graves και Robert Frost. H σχέση τους ξεφεύγει πέρα από κάθε έλεγχο και η Λένα δεν ενδιαφέρεται πια να την κρατήσει κρυφή. Οι φίλοι της την εγκαταλείπουν ένας ένας μην αντέχοντας την προσβολή του να είναι αναγκασμένοι να συναναστραφούν έναν πλαστικό κάδο. Οι γονείς της απειλούν να την αποκληρώσουν και να κόψουν κάθε επαφή μαζί της. Η σχέση της θεωρείται κατακριτέα από το σύνολο του κύκλου της. Δυσκολεύεται ακόμα και να βγει έξω με τον αγαπημένο της γιατί στα περισσότερα εστιατόρια, καφετέριες που σύχναζε παλαιότερα η παρουσία του κάδου θεωρείται προσβλητική. «Δεν είναι καθόλου σωστό για τους υπόλοιπους θαμώνες και καθόλου αποδεκτό από τον κύκλο σας να είναι υποχρεωμένοι να βρίσκονται στον ίδιο χώρο με έναν πλαστικό κάδο, δεσποινίς» την ενημέρωσε ευγενικά ο μαιτρ σε ένα ακριβό εστιατόριο όταν ζήτησε εξοργισμένη να δει τον υπεύθυνο γιατί δεν τους επέτρεπαν να μπουν.
Η Λένα αποφασίζει να αγωνιστεί και να υπερασπιστεί το δικαίωμά της να έχει ελεύθερα σχέση μέ όποιον επιθυμεί ενάντια σε κάθε ρατσισμό και προκατάληψη. Κατεβαίνει συνοδευόμενη από τον κάδο στη μεγαλύτερη αντιρατσιστική πορεία της Αθήνας. Αισθάνεται την ανάγκη να διεκδικήσει αυτό που θέλει. Ο κάδος ,πάντα δίπλα της,την ακολουθεί. «Κλικιτικλάκ». Τα πράγματα όμως παρεκτρέπονται γρήγορα. Ξαφνικά οι «γνωστοί άγνωστοι» αρχίζουν να πετούν μολότωφ και τα ΜΑΤ αντεπιτίθενται με δακρυγόνα. Κάποιοι υφαρπάζουν βίαια τον κάδο από την τρυφερή αγκαλιά της και του βάζουν φωτιά θέλοντας να τον χρησιμοποιήσουν ως προστατευτικό τοίχωμα απέναντι στην αστυνομία.Ο κάδος με την στραφταλίζουσα καρδιά καίγεται ολοσχερώς. Η Λένα ανήμπορη να αντιδράσει παρακολουθεί συντετριμμένη τη σκηνή που καίγεται ο αγαπημένος της ανάμεσα σε λυγμούς. Το τέλος της πορείας και των επεισοδίων την βρίσκει να κλαίει σπαράζοντας επάνω από τον ολοκληρωτικά κατεστραμμένο αγαπημένο της.
The end a.k.a. Σνιφ